top of page

Η πορεία του χωριού μας μέσα στο χρόνο

  • Writer: Ιωάννα Νικολοπούλου
    Ιωάννα Νικολοπούλου
  • Nov 6, 2025
  • 13 min read

Το ειδυλλιακό τοπίο του χωριού μας που μέχρι το 1845 βρισκόταν ψηλότερα κάτω από την εκκλησία της Παναγίας αγκαλιάζει η μυθική, ιστορική, βυζαντινή και η σύγχρονη ιστορική μνήμη. Η περιοχή παρουσιάζει συνεχή και αδιάλειπτη κατοίκηση από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Αυτό αποδεικνύουν τα ανεξερεύνητα λείψανα αρχαίου κάστρου πάνω στον Αητό, καθώς και ίχνη που υπάρχουν σ' όλη την πλαγιά από τη θέση Ρίζες ως τον Αη-Λιά, αλλά και η δημοσιά που περνούσε από την Πάνω Βρύση, το μοναδικό (μετά τις δυσκολοδιάβατες Θερμοπύλες) μονοπάτι επικοινωνίας της βόρειας με τη νότια Ελλάδα, καθώς και άλλα περάσματα από τα δυτικά προς τα ανατολικά μέσα από τις κοιλάδες του Ασωπού και του Μόρνου.Η θέση του χωριού συνετέλεσε, ώστε να γίνει πέρασμα πολλών. Εκεί γύρω είχε στρατοπεδεύσει ο Φίλιππος Β' λίγο πριν τη μάχη της Χαιρώνειας. Από εκεί πέρασαν οι Γαλάτες υπό τον Βρένο. Από αυτά τα μονοπάτια πέρασαν οι Γότθοι του Αλάριχου, οι Βυζαντινοί, οι Φράγκοι, οι Καταλανοί, μέχρι την υποταγή της περιοχής στους Οθωμανούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι άνθρωποι που από παλιά κατοικούσαν εκεί να δεχτούν πολλές επιρροές κατά τη μακρόχρονη ιστορία του τόπου. Κατόρθωσαν όμως, με τρόπο θαυμαστό, να διατηρήσουν κατά ένα μεγάλο μέρος, άθικτες τις ρίζες, των ηθών, των εθίμων των δοξασιών και των παραδοσιακών αρχών και αντιλήψεων τους που ξεκινούν από τον αρχαίο ή και πανάρχαιο κόσμο. 

Το όνομα Οίτη το χωριό μας το πήρε από το όρος Οίτη, ή από την αρχαία πόλη των Οιταίων Οίτη, το ιερό άστυ του Καλλίμαχου. Το νέο ελληνικό κράτος αποφάσισε να δώσει στους δήμους, τις πόλεις και τα χωριά που είχαν ξενικής προέλευσης ονόματα, αρχαία ή αρχαιοπρεπή ονόματα. Σύμφωνα με το νόμο οι ονομασίες αυτές έπρεπε να προέρχονται από αρχαία ονόματα των τοποθεσιών της ευρύτερης περιοχής, για να συνδεθεί έτσι το νέο ελληνικό κράτος με το ένδοξο παρελθόν του αρχαίου κράτους.

Στα αρχαία χρόνια στην περιοχή κατοικούσαν οι Οιταίοι που ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο. Ο Θουκιδίδης λέει ότι ήσαν αυτόνομοι και ζούσαν από τις λεηλασίες γειτονικών περιοχών. Είχαν αόριστο αριθμό ιερέων και τρεις εκλεγμένους άρχοντες, τους Βουλάρχους, οι οποίοι τους εκπροσωπούσαν στο Αμφικτυονικό συνέδριο των Δελφών με δύο ψήφους. Ήταν επίσης ιδρυτικό μέλος της Αμφικτυονίας της αρχαίας πόλεως Ανθήλης με δύο ψήφους. Στενοί σύμμαχοι με τους Αινιάνες, όχι όμως και με τους Μαλιείς με τους οποίους συγκρούστηκαν το 426 π.χ. Τότε οι Μαλιείς ζήτησαν τη βοήθεια των Σπαρτιατών, οι οποίοι και έσπευσαν και αφού κατανίκησαν τους Οιταίους, ίδρυσαν στα σύνορα των δύο κρατών την Ηράκλεια Τραχίνα. Αργότερα οι Οιταίοι με τη βοήθεια του Ιάσονος (Γυράνου της Θεσσαλίας) πήραν στην κατοχή τους την Ηράκλεια Τραχίνα. Εκεί ήταν και το νομισματοκοπείο, όπου έκοβαν οι Οιταίοι τα νομίσματά τους. Αξιόλογα νομίσματα χάλκινα και αργυρά, τα οποία είχαν αποτυπωμένα πάνω τους άλλα τον Ηρακλή και άλλα τον Απόλλωνα. Στη συνέχεια υποτάχθηκαν στους Αιτωλούς και έγιναν μέλος της Αιτωλικής Συμπολιτείας μέχρι τη Ρωμαϊκή κατάκτηση του 168 π.χ. Ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του, ο ιστορικός Τίτος Λίβιος, αλλά και ξένοι περιηγητές όπως ο Άγγλος Leake, ο Γερμανός Stahlin, μας δίνουν κάποιες πληροφορίες για τις πόλεις των Οιταίων. Όμως, αφού δεν έχουν γίνει αρχαιολογικές ανασκαφές, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την ακριβή θέση των πόλεων αυτών.

Το παλαιό όνομα του χωριού ήταν Γαρδικάκι. Το όνομα αυτό αποδεικνύει, ότι το χωριό κατοικείται από την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (7ος αιώνας), όταν στην Ελλάδα έφθασαν Σλάβοι έποικοι. Κάποιοι από αυτούς έφθασαν και στην περιοχή του χωριού μας. Προφανώς δε συνάντησαν κάποιο τοπωνύμιο που να μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κι έτσι έδωσαν αυτό το όνομα εξ αιτίας των κατάλοιπων που βρήκαν εκεί.

Το 1941 ο Max Vasmer με το βιβλίο του, «Οι Σλάβοι στην Ελλάδα», επιχειρεί μια συστηματική συγκέντρωση των σλαβικών τοπωνυμίων. Στη Φθιώτιδα καταγράφει 45 τοπωνύμια συμπεριλαμβανομένου και του χωριού μας Γαρδικάκι. Η ονομασία Γαρδίκι (βλάχικα Γκαρτίτσι) σημαίνει κάστρο, οχυρό τοποθεσία απ' όπου διήρχοντο κι ελέγχονταν χερσαίοι δρόμοι επικοινωνίας. Είναι ονομασία ευρύτατα διαδεδομένη στην Ελλάδα, ακόμα και σε σύνθετη χρήση, Παλαιογαρδίκι, Βλαχογαρδίκι. Η κατάληξη -ικι είναι ελληνική. Μερικοί ανάγουν την ονομασία Γαρδίκι και στο λατινικό Gard που σημαίνει φρουρός. Να προσθέσουμε επίσης τις απόψεις του Αυστριακού βυζαντινολόγου Johannes Koder, ο οποίος σημειώνει μεταξύ των άλλων ότι οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν ειρηνικά στις ορεινές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας και αφομοιώθηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό. Ασχολούνταν με την καλλιέργεια μικρών εκτάσεων ή με την κτηνοτροφία. Στα χρόνια της σκλαβιάς οι Τούρκοι ονόμαζαν το χωριό μας, όπως γράφει ο Γάλλος Pouqueville, Βλαχογαρδίκι ή Χαΐν Γαρδίκι. Ως Χαϊν Γαρδίκι και Μιαλός αναγράφεται και στον κατάλογο τσιφλικιών της επαρχίας Ζητουνίου. Χαϊν είναι λέξη αραβική και σημαίνει άπιστος ή απίθαρχος. Την ίδια ονομασία είχε και το Γαρδίκι Ομιλαίων. Δε γνωρίζω αν υπάρχει σχέση μεταξύ των δυο χωριών. Στο Γαρδίκι Ομιλαίων κάποιοι μιλούν βλάχικα, επίσης έχει βρεθεί επιγραφή με την ονομασία Χαΐν Γαρδίκι. 

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς που ίσχυε στις επαναστατημένες ελληνικές περιοχές πριν την Επανάσταση του 1821 ήταν το σύστημα των μεγάλων ιδιοκτησιών. Από το 1790 η Φθιώτιδα ήταν τσιφλίκι του Αλή πασά και των γιών του. Μετά το θάνατο του Αλή πασά, το 1820, τα κτήματά του περιήλθαν στην ιδιοκτησία του Χαλίλ μπέη, στρατιωτικού διοικητή Ζητουνίου, στο σεράι του οποίου οι Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ οδήγησαν τον Αθ. Διάκο. Ήταν ο Χαλίλ μπέης αυτός που ζήτησε το μαρτυρικό θάνατο του Διάκου. 

Ο Χαλίλ μπέης πέθανε το 1822 και τα τσιφλίκια του περιήλθαν στο γιό του Τεφίκ, ο οποίος αποποιήθηκε την κληρονομιά λόγω χρεών. Υπάρχει το σχετικό έγγραφο στα Αρχεία του Κράτους. Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε να πουλάει τα τσιφλίκια του. 

Επίσημος οπλαρχηγός της επαρχίας Ζητουνίου ήταν ο Γ. Δυοβουνιώτης. Σύμφωνα με πληροφορίες του Pouqueville οι κάτοικοι των χωριών της περιοχής ήταν φόρου υποτελείς στον πασά της Λάρισας και είχαν δικαίωμα να φέρουν όπλα, προκειμένου να φυλάσσονται από τους ληστές που δρούσαν στην περιοχή. Κατά την έναρξη του αγώνα ο ιερός κλήρος της περιοχής κάλεσε τους κατοίκους των χωριών σε επανάσταση κατά των Τούρκων. Όλοι ανταποκρίθηκαν και φυσικά οι κάτοικοι του χωριού μας που σύμφωνα με την παράδοση πυρπολήθηκε από τους Τούρκους. Τον Απρίλιο του 1827 η Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ύστερα από πρωτοβουλία κυρίως των οπλαρχηγών και παρά τις αντιδράσεις των Φαναριωτών και Υδραίων, εξέλεξε τον Ι. Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδας. 

Όταν ο Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα το 1828 βρήκε τη χώρα σε τραγική κατάσταση. Εν όψει των διαπραγματεύσεων με τους Τούρκους για τα σύνορα του ανεξάρτητου νεοελληνικού κράτους, είχε δώσει εντολή να απελευθερωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές. Η Επανάσταση του 1821 είχε ακυρώσει κάθε τίτλο ιδιοκτησίας των Τούρκων. Η νίκη του Δ. Υψηλάντη στην Πέτρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 επισφράγισε το θρίαμβο της Επανάστασης. Με την νίκη αυτή η Ανατολική Στερεά μέχρι τις Θερμοπύλες είχε ελευθερωθεί από τους Τούρκους. Το πρωτόκολλο του Λονδίνου, στις 18 Αυγούστου του 1832, με το οποίο παραχωρείτο η επαρχία Ζητουνίου στην Ελλάδα περιελάμβανε ρήτρα με την οποία επιτρέπονταν στους Τούρκους να πουλήσουν τα τσιφλίκια τους. Ευτυχώς χάρη στις εύστοχες παρεμβάσεις του Καποδίστρια προς τις μεγάλες δυνάμεις περιορίστηκε το δυσβάσταχτο ποσό αποζημίωσης των Τούρκων ιδιοκτητών. Η επαρχία Ζητουνίου είχε 37 χωριά τσιφλίκια τα οποία διακρίνονταν σε εντεύθεν του Σπερχειού τα προς Νότον και σε εκείθεν του Σπερχειού, τα προς Βορράν. Οι Τούρκοι είχαν τη δυνατότητα να πουλήσουν τα προς Βορράν. 

Επειδή υπήρχαν διενέξεις μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων γύρω από το ιδιοκτησιακό, συγκροτήθηκε η Μικτή Επιτροπή επί των ελληνοτουρκικών υποθέσεων αποτελούμενη από δύο Έλληνες και δύο Τούρκους δικαστές, η οποία λειτούργησε από το 1833 μέχρι περίπου το 1870. Από έγγραφα των Αρχείων του κράτους 1833 - 1838 πληροφορούμεθα ότι το ελληνικό Δημόσιο προσπάθησε να αγοράσει τις οθωμανικές ιδιοκτησίες στις επαρχίες Νέων Πατρών, Ζητουνίου και Ευβοίας. 

Ας έρθουμε τώρα στο χωριό μας. Όπως ήδη αναφέραμε μετά τη μάχη της Πέτρας οι Τούρκοι είχαν χάσει το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί των τσιφλικιών που κατείχαν στην περιοχή του δεξιού της κοίτης του Σπερχειού. Σε αυτά ανήκε και το χωριό μας. Στα Γενικά Αρχεία του κράτους υπάρχει η αίτηση του κ. Μωραΐτη περί παραχωρήσεως των κτημάτων του Χαλίλ μπέη ενταύθα του Σπερχειού, επίσης μια αναφορά περί της υποθέσεως από 29 Μαΐου 1835 καθώς και σχετική οδηγία, της 12ης Οκτωβρίου 1835, προς τον τότε επίτροπο. (Μικτή επιτροπή. Εκποιήσεις επί των Οθωμανικών κτημάτων Φθιώτιδας) τα δε του Ζητουνίου Οθωμανικά κτήματα θέλετε προσπαθήση ν' αγορασθώσιν με τας συμφερωτέρας τιμάς, εξαιρουμένων μ'όλον τούτο των χωρίων ή ζευγαρίων*, τα οποία κατήχοντο από ελληνικές δυνάμεις, τοιαύτα είναι αναντιρρήτως εκ των εις την δεξιάν όχθην του Σπερχειού η Δαμάστα, η Νευρόπολης, το Γαρδικάκι κι ο Άμιαλος (Ομιαλός). 

Σύμφωνα με μελέτη του κ. Π. Αστρακά το χωριό μας ήταν για τρία χρόνια (1829 - 1832) έδρα της Δημογεροντίας του απελευθερωθέντος τμήματος της Επαρχίας Ζητουνίου. Στις 15 Ιουνίου 1829 στην Παναγία του Γαρδικίου Ζητουνίου συγκετρώθηκαν 15 εκλέκτορες εκπρόσωποι των χωριών νοτίως του Σπερχειού και εξέλεξαν τους πληρεξούσιους εκπροσώπους της Επαρχίας Ζητουνίου. Εκπρόσωπος του χωριού μας ήταν ο Παναγής Ριζόπουλος και του χωρίου Ομυαλού ο Τριαντάφυλλος Ζωρμετός. 

Όπως και στην υπόλοιπη χώρα που είχε απελευθερωθεί έτσι και στην περιοχή του χωριού μας όλες οι ιδιοκτησίες που πριν από την Επανάσταση ανήκαν σε Τούρκους, περιήλθαν στο νέο ελληνικό κράτος και χωρίστηκαν σε δυο κατηγορίες κτημάτων. Στα φθαρτά, όπως σπίτια, εργαστήρια, μαγαζιά, μύλοι, χάνια, φούρνοι κ.τ.λ., και στα άφθαρτα που ήταν αγροτικές εκτάσεις, καλλιεργήσιμη γη, βοσκοτόπια, δάση, ελαιώνες, αλυκές, αλλά και αρκετές έρημες ακαλλιέργητες εκτάσεις. Η Πρώτη Εθνοσυνεύλεση της Επιδαύρου τα παραχώρησε στην κυβέρνηση και της έδωσε το δικαίωμα να τα πουλήσει. Φαίνεται, όμως, ότι από της εποχής του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου είχε αρχίσει η αθέμιτη αγοραπωλησία μεταξύ Ελλήνων επιτηδείων που είχαν χρήματα και των Τούρκων ιδιοκτητών, οι μεν πρώτοι για να αγοράσουν τα τούρκικα τσιφλίκια για ένα κομμάτι ψωμί, οι δε δεύτεροι για να μη χάσουν τις ιδιοκτησίες τους χωρίς να πάρουν τίποτε. 

Ο Καποδίστριας προσπάθησε να ακυρώσει όλες αυτές τις αγοραπωλησίες. Σχηματίσθηκαν επιτροπές για να ελέγξουν τους τίτλους και να καταρτίσουν ένα γενικό κτηματολόγιο, αλλά οι μοιρασιές είχαν γίνει και ο Κυβερνήτης βρέθηκε προ τετελεσμένων καταστάσεων. Το ίδιο αντιμετώπισε και ο Όθωνας. Με το διάταγμα ΦΕΚ 14 του 1835 κάλεσε όσους είχαν τίτλους ιδιοκτησίας να τους προσκομίσουν για επικύρωση. Αλλά δεν παρουσιάστηκε σχεδόν κανένας. Γι' αυτό επανέλαβε την έκκλησή του, με προθεσμία και πρόστιμα ΦΕΚ 1 του 1836. Οι πρώτες Εθνοσυνελεύσεις είχαν πάρει την απόφαση, να δοθεί μια ενίσχυση σε στρατιώτες και ναύτες (προικοδοτήσεις Φαλαγγιτών), ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα. Με το διάταγμα ΦΕΚ της 7ης Ιουνίου 1835 προσπάθησε η κυβέρνηση να πραγματοποιήσει τα σχέδια αυτά. Τη συμμετοχή στον Αγώνα θα έκριναν τα δημοτικά συμβούλια με την τελική έγκριση του υπουργείου Εσωτερικών. Στα Αρχεία του κράτους υπάρχει μια τέτοια αίτηση της 28ης Αυγούστου του 1839 προς τον δήμαρχο του τότε δήμου Ροδουντίων, ο οποίος είχε έδρα την Παύλιανη. Είναι η αίτηση του Αναγνώστη Μανίκα, προγόνου των Μανικαίων. Επίσης δημοσιεύθηκε ο νόμος περί προικοδοτήσεως των ελληνικών οικογενειών, ΦΕΚ 2 του 1835 με τον οποίον οριζόταν ότι όλοι οι αρχηγοί οικογενειών θα έπαιρναν γραμμάτια 2000 δρχ. Με τα οποία θα αγόραζαν κτήματα. Όμως και στις δυο περιπτώσεις η παραχώρηση της γης δε γινόταν δωρεάν, αλλά έναντι ορισμένου τιμήματος, το οποίο διέθετε το κράτος στον αγοραστή με υποχρέωση του τελευταίου να το εξοφλεί με χρεολύσιο. Αλλά παρά τις ξεκάθαρες διατάξεις πολλά από τα κτήματα βρέθηκαν σε χέρια ιδιωτών με αδιαφανή τρόπο. Επανειλημμένα σχηματίστηκαν επιτροπές για να ελέγξουν τους τίτλους ιδιοκτησίας και να βεβαιώσουν αν τελικά πληρώθηκαν. Οι επιτροπές αυτές κόστισαν αρκετά στο Δημόσιο και το μόνο αποτέλεσμα ήταν να εξακριβωθεί ότι πολλά εκατομμύρια οφείλονται ακόμη, από τα οποία το κράτος δεν εισέπραξε τίποτε. Για το χωριό μας η παράδοση λέει ότι αγοραστής του χωριού μας ήταν ένας γραμματικός του Αλή πασά. Πράγματι στις 8 Ιουλίου 1842 ο Αναστάσιος Λιδωρίκης, ο οποίος για κάποιο διάστημα ήταν γραμματικός του πασά, παρουσίασε στη Μικτή Επιτροπή επί των ελληνοτουρκικών υποθέσεων χοτζέτι, δηλαδή τουρκικό συμβόλαιο, το οποίο αποδείκνυε ότι είχε αγοράσει από τη Σαϊδέ χανούμ το τσιφλίκι Χαϊν Γαρδίκι και Ομιαλός. Η Σαϊδέ χανούμ ήταν σύζυγος του Χαλίλ μπέη και εγγονή του Αλή πασά. Ο Αναστάσιος Λιδωρίκης (1797 - 1845), γιός του κοτζάμπαση της περιφέρειας Λιδωρικίου Αναγνώστη Λιδωρίκη, ήταν από τους αξιολογότερους αγωνιστές της Κεντρικής Στερεάς Ελλάδας και αντιπροσώπευε τη Δωρίδα στις Εθνοσυνελεύσεις. Όμως για τους λόγους που ήδη αναφέραμε η αγοραπωλησία ήταν άκυρη αφού το χωριό μας ήταν καθαρά κτήμα του δημοσίου. Ήδη στις 16 Απριλίου 1840 ο τότε έφορος Φθιώτιδας είχε προκηρύξει τη δημοπρασία για εθνικές γαίες του δήμου Ηρακλειωτών. Μέσα σε αυτές ήταν και το τσιφλίκι Χαϊν Γαρδίκι και Μιαλός, δηλαδή το χωριό μας. 

Έτσι το δημόσιο παραχώρησε το τσιφλίκι Χαΐν Γαρδίκι και Άμιαλος (Ομιαλός) στον Νικόλαο Χρυσοβέργη και σε κατοίκους του χωριού μας. Παρ' όλα αυτά η χήρα του Χαλίλ μπέη είχε αντίθετη άποψη. 

Στα Αρχεία του κράτους υπάρχει έγγραφο που είχε συντάξει στις 9 Απριλίου 1842 ο συμβολαιογράφος Αθηνών Κων. Πιτάρης, ως μάρτυρες παρίσταντο ο έμπορος Κανέλος Βερόπουλος και ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης. Πρόκειται για τη διαμαρτυρία του κ. Αβραάμ Σακή τραπεζίτου, επιτρόπου της Σαϊδέ χανούμ, η οποία διαμαρτύρεται επειδή η ελληνική κυβέρνηση σκόπευε να παραχωρήσει στον Νικόλαο Χρυσοβέργη αξιωματικό του στρατού το τσιφλίκι Χαΐν Γαρδίκι και Ομιαλός, τα οποία της ανήκαν. Τελικά ο Χρυσοβέργης αγόρασε ένα μέρος του τσιφλικιού και το υπόλοιπο αγόρασαν οι πρόγονοί μας που μέχρι τότε δούλευαν εκεί σαν κολίγοι, αλλά και κάποιοι άλλοι που είχαν έλθει από άλλα χωριά. Μπορούμε να φανταστούμε, πως αισθάνονταν αυτοί οι απλοί άνθρωποι, φτωχοί εργάτες της γης που τόσα χρόνια δούλευαν για τον Τούρκο και τώρα έβλεπαν να καταφθάνει ο κ. Χρυσοβέργης ο καινούριος ιδιοκτήτης. 

Τώρα ποιός ήταν ο Νικόλαος Χρυσοβέργης. Τόπος καταγωγής του τα Κράβαρα (Ορεινή Ναυπακτία), λέγεται ότι οι πρόγονοί του είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη. Έλαβε μέρος στην Επανάσταση και ο Καποδίστριας τον είχε διορίσει επιθεωρητή του στρατού. Επί Όθωνα έλαβε το βαθμό του λοχαγού της Φάλαγγος. Αναφέρεται και ως πληρεξούσιος στα πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα το Μάϊο του 1827. 

Με την εφαρμογή του τότε Δημοτικού συστήματος και με το Β. Διάταγμα της 10ης Ιανουαρίου 1836 ήταν ο πρώτος Δήμαρχος που διορίστηκε στη Λαμία 1836 - 1837. Στη Λαμία παντρεύτηκε την κόρη του προεστού Χρήστου Χατζηχρήστου Μαρία. Απόκτησε μια κόρη την Αναστασία την οποία πάντρεψε με τον Λεωνίδα Τράκα, γιό του οπλαρχηγού Κομνά Τράκα από την Αγόριανη. 

Ο Νικόλαος Χρυσοβέργης πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου 1850. Ήδη το Νοέμβριο του 1848 είχε έλθει σε συμφωνία με τους προγόνους μας και είχαν μοιράσει μεταξύ τους τα χωράφια, τα αλώνια και τα νερά. Στη συνέχεια μοίρασαν τα αμπέλια. Όσο ζούσε ο Χρυσοβέργης είχε εκποιήσει αρκετά από τα χωράφια του. Το ίδιο έπραξε μετά το θάνατό του η κόρη του Αναστασία. 

Για όλες αυτές τις πράξεις δεν έκαναν συμβόλαια, έτσι στις 20 Αυγούστου του 1856 συγκεντρώθηκαν όλοι στο σπίτι της Αναστασίας Τράκα συζύγου Λεωνίδα Τράκα στο χωριό. Όπως μου έλεγε ο πατέρας μου, το σπίτι της Αναστασίας, η οποία ήταν η μοναδική κληρονόμος του Ν. Χρυσοβέργη πρέπει να ήταν στην πλατεία του χωριού, εκεί που σήμερα είναι το καφενείο της Τούλας Παναγίτσα. Στο σπίτι αυτό ο συμβολαιογράφος Λαμίας Αλέξανδρος Χατσίσκος συνέταξε ένα έγγραφο (Αριθμός 6296) με σκοπό να αναγνωριστούν εγγράφως οι διανομές που είχαν γίνει τα προηγούμενα χρόνια. 

Ήδη, το Νοέμβριο του 1848 είχαν καθορίσει τα όρια των οικοπέδων του σημερινού χωριού. Το υπόλοιπο μέρος των εκτάσεων το είχαν μοιράσει σε τρία τεμάχια: α) Παπαδιά που είχε 10 ψήφους, β) Άγιος Αθανάσιος και Σφονδήλια που είχε δέκα και μισό ψήφους και γ) Άγιος Ηλίας που είχε ένδεκα ψήφους. 

Κατά την πρώτη διανομή είχαν οι μεν πρόγονοί μας δώδεκα ψήφους (ολόκληρο το τεμάχιο Άγιος Αθανάσιος και Σφονδύλια και ένα μικρό μέρος από το τεμάχιο Άγιος Ηλίας), ο δε Χρυσοβέργης είχε δέκα εννέα ψήφους (το υπόλοιπο μέρος από το τεμάχιο Άγιος Ηλίας και ολόκληρο το τεμάχιο Παπαδιά). Επίσης είχε πάρει τα κάτω αλώνια και οι πρόγονοί μας τα έπανω αλώνια. Είχαν μοιράσει και τα νερά και είχαν αποφασίσει να μεταφερθεί το νερό της Μπαρούκας στην περιοχή του σημερινού χωριού για κοινή χρήση των ιδιοκτητών. Εκείνα τα χρόνια η χρήση του νερού για το πότισμα των κήπων δεν ήταν ίδια για όλους, αλλά ήταν ανάλογη με τις μετοχές (ψήφους) που είχε ο καθένας. Αργότερα μοίρασαν μεταξύ τους και την περιοχή των αμπελιών. Από τη μοιρασιά που είχε γίνει τότε, είχαν εξαιρεθεί οι ιδιοκτησίες του Ιωάννη Κωνσταντόπουλου και του Νικολάου Κεφαλά. Είναι φανερό ότι οι ιδιοκτησίες αυτές ήταν γεντίκια. (Την τελευταία περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας κάποιοι από τους αγρότες που καλλιεργούσαν τα κτήματα των μουσουλμάνων τσιφλικάδων, είχαν κατορθώσει να τους παραχωρηθούν κομμάτια της γης που καλλιεργούσαν, αυτά ήταν τα γεντίκια. Τις ιδιοκτησίες αυτές είχαν αποδεχθεί οι κυβερνήσεις του νέου ελληνικού κράτους). 

Επιτροπή διορισμένη από τους κατοίκους του χωριού, την οποία αποτελούσαν οι: Ιωάννης Γρούσπας, Παναγιώτης Σούλιας, Αναγνώστης Μανίκας και Γεώργιος Παπά Αναστασίου είχε καθορίσει και οριοθετήσει τα οικόπεδα που αναλογούσαν στον καθένα των ιδιοκτητών. Ο Ν. Χρυσοβέργης ήδη λίγο πριν το 1850 είχε προβλήματα με τις τότε οικονομικές υπηρεσίες του δημοσίου. Υπάρχει στα Αρχεία του Κράτους σειρά εγγράφων που τον αφορούν. Μετά το θάνατο της κόρης του Χρυσοβέργη, Αναστασίας, ο γαμπρός του Λεωνίδας Τράκας προσπαθούσε να λύσει τα προβλήματα αυτά. Τον Ιούλιο του 1858 έστειλε επιστολή στον τότε υπουργό των οικονομικών. 

Παρακαλούσε τον υπουργό για λύση των οικονομικών και άλλων προβλημάτων που είχε ο πεθερός του Νικ. Χρυσοβέργης. Επειδή όπως αποδεικνύουν τα έγγραφα που υπάρχουν στα Αρχεία του Κράτους τα προβλήματα ήταν πολλά και επειδή ο Λεωνίδας Τράκας ενδιαφερόταν περισσότερο για την περιουσία του στον κάμπο, πουλούσε τα χωράφια στο χωριό, όπως το ίδιο έκαναν και κάποιοι άλλοι αγοραστές του τσιφλικιού. 

Από το 1845 ως το 1886 όλοι οι κάτοικοι από το παλιό χωριό και από το χωριό Ομιαλός είχαν εγκατασταθεί στη σημερινή θέση του χωριού. Στο νέο Ελληνικό Κράτος η Φθιώτιδα αποτελούσε επαρχία. Δήμος της επαρχίας αυτής ήταν και ο δήμος Ροδουντίων, (από το όνομα του αρχαίου κάστρου της Ροδουντίας, το οποίο είχαν χτίσει οι Αιτωλοί για να φρουρούν τις διαβάσεις των Θερμοπυλών. Ο Στράβων το ονομάζει “χωρίον ερυμνόν”, δηλαδή φυσικό οχυρό. Επίσης το περιγράφει ως το πιο ψηλό από τα υπόλοιπα κάστρα δηλαδή της Νίκαιας που ήταν κοντά στη θάλασσα και του Τειχιούντα το οποίο σύμφωνα με μια μελέτη του Ε. Ζαμάνου βρισκόταν στο λόφο Τριδέντρι κοντά στο χάνι του Καρανάσου). Πρωτεύουσα του δήμου Ροδουντίων ήταν η Παύλιανη και το χωριό μας ανήκε στο δήμο αυτό μαζί με τα χωριά Κουμαρίτσι και Σκληθράκι. 

Αργότερα με την ένωση των δήμων Οιταίων, Ροδουντίων και Δρυόπων ιδρύθηκε ο δήμος Ηρακλειωτών. Πήρε το όνομά του από την αρχαία πόλη Ηράκλεια, περιλάμβανε 21 χωριά μεταξύ των οποίων και το χωριό μας. Είχε σαν έδρα του το μεν καλοκαίρι το Μοσχοχώρι το δε χειμώνα τα Αλπόσπιτα. 

Το 1912 ιδρύεται η κοινότητα Γαρδικακίου (Β.Λ. 29.8.1912, ΦΕΚ Α 261/1912) που απαρτιζόταν από τα χωριά Γαρδικάκι, Ελευθεροχώρι και Προκοβενίκο με έδρα το πρώτο. Το 1919 το Ελευθεροχώρι αναγνωρίσθηκε σε ίδια κοινότητα και αποσπάσθηκε από τα άλλα. Το 1927 το χωριό Προκοβενίκος μετονομάσθηκε σε Σκαμνός και το 1930 το χωριό Γαρδικάκι σε Οίτη. Τα δύο αυτά χωριά αποτελούσαν μέχρι την εφαρμογή του νόμου Καποδίστριας την Κοινότητα Οίτης και αργότερα το εδαφικό διαμέρισμα Οίτης του δήμου Γοργοποτάμου. Σήμερα η τοπική κοινότητα Οίτης ανήκει στο δήμο Λαμιαίων. 

Το χωριό υπήρξε κέντρο της περιοχής, με έδρα αστυνομικού σταθμού, ταχυδρομείου, περιοδεύοντος ειρηνοδικείου, αγροτικού ιατρείου και δημοτικού σχολείου, τα οποία δεν υπάρχουν σήμερα.

Στοιχεία για τον πληθυσμό του χωριού μας, gύρω στο 1810, μαθαίνουμε από τον Pouqueville. Αναφέρει 150 κατοίκους. Το 1896 οι κάτοικοι απογράφονται για πρώτη φορά με δελτία. Το χωριό μας έχει 375 κατοίκους. Σε νεότερες απογραφές ο πληθυσμός του χωριού μας έχει ως ακολούθως: Το 1920 533, το 1928 454, το 1940 522, το 1951 388, το 1961 282, το 1981 189, το 1991 199, το 2001 269 και τέλος το 2011. 

Παλιά οι οικογένειες που ζούσαν στο χωριό ήταν κατά κανόνα πολυμελείς. Μοναδικοί πόροι τους ήταν τα γεωργικά και τα κτηνοτροφικά προϊόντα, μ' αυτά αντιμετώπιζαν όλες τις ανάγκες τους. Πολύ παλιά ασχολούνταν με την εκτροφή του μεταξοσκώληκα. Σχετικό έγγραφο του 1836 μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι του χωριού μας πλήρωσαν το μίσθωμα για τις εθνικές μουριές (συκαμηνομωραίας) που μίσθωναν, όχι με χρήματα αλλά με κουκούλια. Επίσης άλλο έγγραφο που αφορά το χωριό μας αναφέρει: «Χωριό Γαρδικάκι σπίτια 44, παράγει δημητριακούς καρπούς, όσπρια και οίνο. Έχει 1 μέγα δάσος εκ δρυών και 2 δάση μικρά εξ ελάτων και δρυών». Άλλα τρόφιμα και βιοτεχνικά είδη τα αντάλλασσαν με καλαμπόκι και όσπρια, πράγμα που συνεχίστηκε και όταν άνοιξαν τα πρώτα μαγαζιά. Εργασίες έξω από το χωριό δεν υπήρχαν, εκτός από αυτές στα χωράφια του κάμπου και στα μεταλλεία του Λαυρίου. Αργότερα πολλοί βρήκαν εργασία στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής και άλλοι έψαξαν για καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. 

Το 1927 με την υπ' αριθμό 18906 / 30 / 4 / 27 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας ίδρυσαν τον Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Διαχειρίσεως Δάσους και νομής Οίτης «Γαρδικάκι». Επίσης με τον αριθμό 37 της 22ας Μαΐου 1945 ίδρυσαν το Σωματείον Τεχνικών Εργατών Οίτης. Η δεκαετία 1950 - 1960 χαρακτηρίσθηκε από έντονο μεταναστευτικό ρεύμα προς Αθήνα, τη Λαμία και το εξωτερικό, με συνέπεια την εγκατάλειψη της γης και το μαρασμό του χωριού. Σήμερα η εικόνα του χωριού είναι διαφορετική, έχει μεταβληθεί σε αστικό θέρετρο, με εξαιρετικό κλίμα και άφθονο πράσινο στο εσωτερικό και ολόγυρα στις ράχες και τις εξοχές του. 


*Ζευγάρι = έκταση γης 80 - 200 στρεμμάτων, όσα μπορούσε να καλλιεργήσει ένας αγρότης σε μια καλλιεργητική περίοδο με ένα ζευγάρι βόδια. 

*Μιαλός / Αμιαλός / Ομιαλός / Ομυαλός, αλλά και όπως λένε κάποιοι στο χωριό Νομιαλός. Δεν είμαι γλωσσολόγος και δεν γνωρίζω την ετυμολογία της λέξης. Εκείνο που ξέρω είναι ότι η ελληνική γλώσσα δεν είναι στείρα. Η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό και εξελίσσεται. Τα τοπωνύμια σχετίζονται με τα διάφορα στοιχεία του τόπου, όπως μορφολογικά, παραδοσιακά, ιστορικά. Κατά τη γνώμη μου αυτή η εύφορη περιοχή του χωριού μας πήρε το όνομά της ή λόγω της μορφολογίας του εδάφους, ή γιατί εκεί υπήρχε στα αρχαία χρόνια κάποια πόλη των Οιταίων, ή όμιλος μικρών οικισμών που λεγόταν Όμιλος, κάτι σύνηθες στα αρχαία χρόνια.


Comments

Rated 0 out of 5 stars.
No ratings yet

Add a rating
bottom of page